Γέρνει ο Φάρος της Αλεξανδρούπολης; Πληθαίνουν οι φωνές που επιμένουν ότι έχει «πάρει κλίση»

Για περισσότερα από 140 χρόνια ο Φάρος της Αλεξανδρούπολης στέκει στην παραλιακή ζώνη της πόλης, αποτελώντας ένα από τα πλέον αναγνωρίσιμα σύμβολά της. Για τους κατοίκους δεν είναι απλώς ένα ιστορικό κτίσμα ή ένα βοήθημα ναυσιπλοΐας. Είναι σημείο αναφοράς, συνδεδεμένο με την καθημερινότητα, τις βόλτες, τις αναμνήσεις και την ίδια την εικόνα της πόλης.

Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, επανέρχεται συχνά μια απορία που απασχολεί πολίτες και επισκέπτες: μήπως ο Φάρος έχει αρχίσει να γέρνει; Και, ακόμη περισσότερο, μήπως η κλίση του γίνεται σταδιακά μεγαλύτερη;

Η εικόνα, ιδιαίτερα όταν κάποιος παρατηρεί τον Φάρο από συγκεκριμένα σημεία της παραλιακής, μπορεί πράγματι να δημιουργήσει αυτή την εντύπωση. Μια σχετική έρευνα για την ιστορική μνήμη της πόλης καταγράφει μάλιστα ως σύγχρονη δοξασία την πεποίθηση ότι ο Φάρος παρουσιάζει κλίση. Στην ίδια πηγή, όμως, αποδίδεται η οπτική αυτή εντύπωση στην κλίση του ίδιου του δρόμου και στον τρόπο με τον οποίο αυτός «δένει» οπτικά με τη θάλασσα και την πλατεία του Φάρου.

Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι τόσο αν ο Φάρος «φαίνεται» να γέρνει — κάτι που αρκετοί πολίτες υποστηρίζουν ότι παρατηρούν — αλλά αν υπάρχει μετρήσιμη μεταβολή της κατακόρυφης θέσης του με την πάροδο των χρόνων.

Μέχρι σήμερα, δεν προκύπτει από τις διαθέσιμες δημόσιες πηγές που εξετάστηκαν κάποια πρόσφατη τεχνική μελέτη ή επίσημη ανακοίνωση αρμόδιου φορέα που να επιβεβαιώνει ότι ο Φάρος παρουσιάζει επικίνδυνη κλίση ή ότι αυτή αυξάνεται τα τελευταία χρόνια.

Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία. Άλλο είναι η οπτική εντύπωση και άλλο η τεχνικά τεκμηριωμένη παραμόρφωση ενός ιστορικού μνημείου. Για να απαντηθεί με βεβαιότητα το ερώτημα των πολιτών θα απαιτούνταν ακριβείς γεωδαιτικές μετρήσεις και σύγκριση με παλαιότερες μετρήσεις, ώστε να διαπιστωθεί εάν υπάρχει πραγματική μετατόπιση και, εφόσον υπάρχει, με ποιον ρυθμό εξελίσσεται.

Ο Φάρος, που αποτελεί χαρακτηριστικό τοπόσημο της Αλεξανδρούπολης, έχει βρεθεί κατά καιρούς στην επικαιρότητα για ζητήματα συντήρησης και λειτουργίας. Τον Μάρτιο του 2026, για παράδειγμα, παρέμεινε για αρκετές ημέρες σβηστός εξαιτίας ηλεκτρολογικής βλάβης, γεγονός που κινητοποίησε την Υπηρεσία Φανών και Φάρων και τον Δήμο Αλεξανδρούπολης.

Παράλληλα, πρόσφατες δημόσιες συζητήσεις έχουν αναδείξει και ζητήματα που αφορούν τη λειτουργία και την εικόνα του φωτισμού του ιστορικού μνημείου.

Όλα αυτά δείχνουν ότι ο Φάρος εξακολουθεί να χρειάζεται συστηματική παρακολούθηση και συντήρηση. Και ίσως ακριβώς επειδή αποτελεί τόσο ισχυρό σύμβολο για την πόλη, κάθε αλλαγή στην εμφάνιση ή στη λειτουργία του γίνεται αμέσως αντιληπτή από τους ανθρώπους που τον έχουν καθημερινά μπροστά τους.

Η συζήτηση για την κλίση του Φάρου πιθανότατα θα συνεχίσει να υπάρχει όσο δεν υπάρχει μια σαφής, τεχνικά τεκμηριωμένη απάντηση.

Μια σύγχρονη αποτύπωση του μνημείου, με ακριβείς μετρήσεις και σύγκριση με προηγούμενα δεδομένα, θα μπορούσε να δώσει την οριστική απάντηση: υπάρχει πραγματική κλίση; έχει μεταβληθεί τα τελευταία χρόνια; και, κυρίως, υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος ανησυχίας για την ασφάλεια του μνημείου;

Μέχρι τότε, η εικόνα του Φάρου που «γέρνει» παραμένει περισσότερο μια επίμονη λαϊκή αντίληψη παρά ένα τεκμηριωμένο τεχνικό συμπέρασμα.

Για τους Αλεξανδρουπολίτες, όμως, το ερώτημα έχει τη δική του βαρύτητα. Γιατί ο Φάρος δεν είναι απλώς ένας πύργος στην άκρη της θάλασσας. Είναι ένα κομμάτι της συλλογικής μνήμης της πόλης — και κάθε φορά που κάποιος σηκώνει το βλέμμα και αναρωτιέται αν «γέρνει λίγο περισσότερο από παλιά», στην πραγματικότητα εκφράζει μια βαθύτερη αγωνία: να παραμείνει όρθιο και ακέραιο το σύμβολο που συνδέει την Αλεξανδρούπολη με τη θάλασσα και την ιστορία της.

Χορηγούμενη

Tags

Κοινοποίηση