Φυσικό αέριο: Η Ελλάδα πύλη τροφοδοσίας της ΝΑ Ευρώπης, άλμα 169% στις εξαγωγές – Αλεξανδρούπολη και Ρεβυθούσα ενισχύουν τον ρόλο τους

Η Ελλάδα ενισχύει με ταχείς ρυθμούς τον ρόλο του τροφοδότη των Βαλκανίων με φυσικό αέριο, όπως αποτυπώνεται στα στοιχεία του ΔΕΣΦΑ για την περίοδο Ιανουαρίου – Σεπτεμβρίου 2026.

Πρόκειται για στοιχεία που φωτογραφίζουν την εντυπωσιακή άνοδο των ποσοτήτων που διοχετεύονται στο εξωτερικό, αφού οι εξαγωγές φυσικού αερίου έφτασαν τις 13,60 τεραβατώρες (TWh) το πρώτο 9μηνο. Την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους είχαν περιοριστεί στις 5,06 TWh, επομένως καταγράφεται αύξηση 169%.

Η εξέλιξη αυτή αναδεικνύει την ολοένα μεγαλύτερη σημασία των ελληνικών ενεργειακών υποδομών για τον εφοδιασμό γειτονικών χωρών. Παράλληλα, επιβεβαιώνει ότι η Ελλάδα δεν αποτελεί πλέον μόνο αγορά κατανάλωσης εισαγόμενου φυσικού αερίου, αλλά αποκτά ενισχυμένο ρόλο στη μεταφορά του προς τη Νοτιοανατολική Ευρώπη.

Η αύξηση των εξαγωγών αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν συνυπολογιστεί ότι η εγχώρια κατανάλωση φυσικού αερίου κινήθηκε πτωτικά. Επομένως, η ενίσχυση της συνολικής ζήτησης που καταγράφει ο ΔΕΣΦΑ οφείλεται εξ ολοκλήρου στις αυξημένες ποσότητες που κατευθύνθηκαν εκτός συνόρων.

Ειδικότερα, η συνολική ζήτηση φυσικού αερίου, στην οποία περιλαμβάνονται τόσο η κατανάλωση στην Ελλάδα όσο και οι εξαγωγές, ανήλθε στις 63,53 TWh το εννεάμηνο του 2026, έναντι 56,36 TWh το αντίστοιχο διάστημα πέρυσι. Η αύξηση διαμορφώθηκε στο 12,72%, παρά τη μικρή υποχώρηση των αναγκών της ελληνικής αγοράς.

Το γεγονός ότι οι εξαγωγές ενισχύθηκαν κατά 8,54 TWh σε ετήσια βάση δείχνει τη σημαντική διεύρυνση των ροών φυσικού αερίου μέσω της χώρας. Οι ποσότητες αυτές δεν προέρχονται από εγχώρια παραγωγή, αλλά από εισαγωγές που πραγματοποιούνται μέσω αγωγών και εγκαταστάσεων υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG), με μέρος τους να προωθείται στη συνέχεια σε άλλες αγορές.

Κεντρική θέση σε αυτό το μοντέλο διακίνησης κατέχουν οι δύο ελληνικές υποδομές εισαγωγής LNG, δηλαδή ο τερματικός σταθμός του ΔΕΣΦΑ στη Ρεβυθούσα και η πλωτή μονάδα αποθήκευσης και επαναεριοποίησης (FSRU) στην Αλεξανδρούπολη της Gastrade.

Οι συνολικές εισαγωγές φυσικού αερίου στην Ελλάδα έφτασαν τις 63,57 TWh κατά το εννεάμηνο, αυξημένες κατά 12,61% σε σχέση με το 2025. Από αυτές, 30,10 TWh εισήχθησαν μέσω Ρεβυθούσας και Αλεξανδρούπολης, ποσότητα που αντιστοιχεί σχεδόν στο μισό των συνολικών εισαγωγών της χώρας.

Στη Ρεβυθούσα οι ποσότητες ανήλθαν σε 24,28 TWh, καταγράφοντας αύξηση 11,58% σε ετήσια βάση. Ακόμη πιο έντονη ήταν η ενίσχυση της δραστηριότητας στο FSRU Αλεξανδρούπολης, μέσω του οποίου εισήχθησαν 5,82 TWh, έναντι μόλις 1,03 TWh το αντίστοιχο περσινό διάστημα. Πρόκειται για υπερπενταπλασιασμό των εισαγωγών, που αναδεικνύει τη σταδιακή αύξηση της αξιοποίησης της συγκεκριμένης υποδομής.

Σημαντικό μέρος των εισαγωγών εξακολουθεί, πάντως, να πραγματοποιείται μέσω αγωγών. Το Σιδηρόκαστρο παρέμεινε η μεγαλύτερη μεμονωμένη πύλη εισόδου φυσικού αερίου, με 25,51 TWh, ποσότητα σχεδόν αμετάβλητη σε σχέση με τις 25,46 TWh του εννεαμήνου του 2025. Επιπλέον, μέσω της Νέας Μεσημβρίας (σημείο διασύνδεσης του αγωγού ΤΑΡ για την εισαγωγή αζέρικου αερίου) εισήχθησαν 7,96 TWh.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες διατήρησαν την πρώτη θέση μεταξύ των χωρών που προμηθεύουν την Ελλάδα με υγροποιημένο φυσικό αέριο. Συγκεκριμένα, από την αμερικανική αγορά προήλθαν 17,88 TWh, που αντιστοιχούν περίπου στο 74% των ποσοτήτων LNG που εισήχθησαν μέσω της Ρεβυθούσας. Ακολουθεί η Νιγηρία, με 4,16 TWh και μερίδιο 17,2%.

Μικρότερες ποσότητες LNG έφτασαν από το Κονγκό, την Αίγυπτο, την Αλγερία και τη Μαυριτανία. Η προέλευση των φορτίων αναδεικνύει τη δυνατότητα της Ελλάδας να προμηθεύεται φυσικό αέριο από διαφορετικές διεθνείς αγορές, περιορίζοντας την εξάρτηση από μία και μόνο πηγή τροφοδοσίας.

Αξιοσημείωτο είναι ότι η αύξηση των εισαγωγών LNG στη Ρεβυθούσα πραγματοποιήθηκε παρά τη μείωση του αριθμού των πλοίων που προσέγγισαν τον σταθμό. Συνολικά εκφορτώθηκαν 32 φορτία, έναντι 36 το αντίστοιχο περσινό διάστημα, ωστόσο οι ποσότητες αυξήθηκαν στις 24,25 TWh, από 22,41 TWh. Η διαφορά εξηγείται από τη μεγαλύτερη μεταφορική ικανότητα των πλοίων που χρησιμοποιήθηκαν.

Την ώρα που οι εξαγωγές καταγράφουν εντυπωσιακή άνοδο, διαφορετική είναι η εικόνα στην εσωτερική αγορά. Η εγχώρια κατανάλωση φυσικού αερίου περιορίστηκε στις 49,93 TWh, από 51,30 TWh το εννεάμηνο του 2025, σημειώνοντας μείωση 2,67%.

Η ηλεκτροπαραγωγή εξακολουθεί να απορροφά τις μεγαλύτερες ποσότητες, καθώς αντιπροσωπεύει το 70% της εγχώριας κατανάλωσης. Ωστόσο, οι ανάγκες των μονάδων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας υποχώρησαν στις 34,92 TWh, έναντι 36,45 TWh πέρυσι. Μείωση καταγράφηκε και στη βιομηχανία, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης συμπιεσμένου φυσικού αερίου (CNG), όπου η κατανάλωση διαμορφώθηκε στις 5,03 TWh, από 5,43 TWh.

Αντίθετα, ανοδικά κινήθηκε η κατανάλωση μέσω των δικτύων διανομής, τα οποία τροφοδοτούν μεταξύ άλλων κατοικίες και επιχειρήσεις. Οι ποσότητες αυξήθηκαν στις 9,98 TWh, από 9,42 TWh το αντίστοιχο περσινό διάστημα, καλύπτοντας πλέον το 20% της εγχώριας ζήτησης.

Ανάπτυξη καταγράφει και μία ακόμη δραστηριότητα που συνδέεται με την αξιοποίηση των ελληνικών υποδομών LNG: η μεταφορά υγροποιημένου φυσικού αερίου με ειδικά φορτηγά οχήματα. Η συγκεκριμένη υπηρεσία επιτρέπει την τροφοδοσία καταναλωτών και εγκαταστάσεων που δεν διαθέτουν πρόσβαση στο δίκτυο αγωγών.

Σύμφωνα με τον ΔΕΣΦΑ, κατά το πρώτο εννεάμηνο του 2026 φορτώθηκαν 801 φορτηγά LNG, έναντι 494 το αντίστοιχο διάστημα του 2025. Ο συνολικός όγκος διακίνησης αυξήθηκε στα 36.554 κυβικά μέτρα, από 22.182 κυβικά μέτρα πέρυσι, ενώ η μεταφερόμενη ενέργεια ενισχύθηκε κατά περίπου 65%.

Πηγή: iefimerida.gr

Χορηγούμενη

Tags

Κοινοποίηση