Στη μνήμη του Διευθυντή του Διεθνούς Παρατηρητηρίου Θρησκευτικού Φονταμενταλισμού της Μητροπόλεως Αλεξανδρουπόλεως.

ΕΝΑΣ ΑΝΑΡΧΙΚΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

Διευθυντής του Διεθνούς Παρατηρητηρίου Θρησκευτικού Φονταμενταλισμού και Καθηγητής Δογματικής και Συμβολικής Θεολογίας του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ

Το πρωί της 18ης Αυγούστου, εντελώς αδόκητα, έφυγε από την ζωή ο Χρυσόστομος Σταμούλης: Σπάνιος στοχαστής και θεολόγος, πανάκριβος φίλος, μα κι ένας από τους πιο σημαντικούς ανθρώπους της Ελλάδας των καιρών μας. Ήταν μόλις 61 χρονών -μα είχε ήδη προλάβει να καταθέσει ένα έργο απίστευτου πνευματικού βάθους, μια σπαρακτική εγχάραξη παλλόμενης αγωνίας για την μεγάλη συνάντηση των ανθρώπων.

Φυσικά ετούτο το μικρό κείμενο δεν μπορεί να χωρέσει τον ποταμό πνευματικότητας, δοτικότητας και αγάπης που ήταν ο Χρυσόστομος. Θα χρειαστεί να περάσει καιρός για να καταλάβουμε τι μας έδωσε – για τι αγωνίστηκε, για τι έδωσε όλη του την σκέψη, όλη του την αγωνία, κάθε ικμάδα του νου του και της ζωής του. Θα χρειαστεί να περάσει καιρός για να συνειδητοποιήσουμε πως βρεθήκαμε κοντά στον σπουδαιότερο θεολόγο της Ελλάδας του καιρού μας – κι έναν από τους πιο σημαντικούς θεολογικούς στοχαστές του κόσμου.

Κάποιον που μίλησε με ολόλαμπρο θάρρος για την ανθρωπινότητα του Θεού, καποιον που εναντιώθηκε όσο κανένας στις θρησκευτικές στρεβλώσεις και την εξουσιαστική θρησκεία (και πολεμήθηκε λυσσαλέα για αυτό), κάποιον που είπε με βαθύτητα ανεπαναληπτη πως ο Χριστός και Θεός και εκκλησία δεν είναι οι θρησκείες παρά ο άνθρωπος που πονά, που κλαίει και γελά. Κάποιον που είπε πως η αγάπη είναι από μόνη της το πρόσημο του Θεού – και πως δίχως την αγάπη ο κόσμος γίνεται ένα μεγάλο κενό.

Ο Μάκης, στα εξήντα ένα χρόνια που του δόθηκαν, δούλεψε για είκοσι ζωές. Έγραψε βιβλία που θα γίνουν σημεία αναφοράς στα χρόνια που έρχονται, έγραψε αναρίθμητα κείμενα και άρθρα, δίδαξε επί δεκαετίες έχοντας χιλιάδες μαθητές, έκανε εκατοντάδες διαλέξεις και ομιλίες και δημόσιες παρεμβάσεις. Κι ακόμη έγραψε θαυμαστά τραγούδια, έφτιαξε χορωδίες, διάβασε και ερμήνευσε ποιητές – γυρεύοντας να ενώσει τα σημεία της αγάπης σε ένα ενιαίο πλάνο. Μα όλα αυτά ήταν μονάχα εγχαράξεις στην πορεία του προς τον άλλον άνθρωπο. Για τον Χρυσόστομο Σταμούλη η Κόλαση δεν ήταν τίποτε άλλο συμπαγές σύνολο που περιφρουρεί την αλάθητη βεβαιότητα της αλήθειας του απέναντι στους άλλους. Για αυτούς τους άλλους αφιέρωσε την σκέψη του και κάθε ικμάδα της ζωής του.

Για τα δικά μου μάτια, ο Σταμούλης υπήρξε ο ορισμός του αντιεξουσιαστικού αναρχικού θεολόγου – αν και ποτέ δεν προσδιόρισε τον εαυτό του ως τέτοιο. Η ιστορική του ερμηνεία μάλλον παρέπεμπε στους ελευθεριακούς θεολόγους και στον αναρχοχριστιανισμό του Τολστόι:

«Οταν η Εκκλησία άρχισε να αποκτά κρατική οντότητα, από το Διάταγμα των Μεδιολάνων και μετά, όταν δηλαδή άρχισε να μετακινείται από τον χώρο της εξορίας προς τη δημόσια πλατεία και ταυτόχρονα προς τον χώρο των κρατικών δομών, νομίζω ότι έχασε ένα μεγάλο κομμάτι του χαρισματικού της χαρακτήρα. Λειτούργησε σε πλαίσια θεσμικά, απέκτησε δύναμη, και η δύναμη απομακρύνει από τους αδύναμους και καταφρονεμένους.

Επικράτησε η θεώρηση που θέλει τον εαυτό μας να ορίζεται στο πλαίσιο όχι μιας διαδικασίας αυτοπροσδιορισμού, αλλά μιας διαδικασίας ετεροπροσδιορισμού: είμαστε αυτό που δεν είναι οι άλλοι. Αυτή η θεώρηση δημιούργησε τεράστια προβλήματα, φοβίες και νεκρώσεις του σώματος. Κλειστήκαμε στο σώμα μας και αμελήσαμε τη συνάντηση με τον άλλο.» (Εφημερίδα των Συντακτών, 16-7-2017).

Η θεολογία του Σταμούλη ήταν η αναφανδόν κατάργηση των βεβαιοτήτων. Μίλησε για την ανάγκη να ζήσουμε και να δοξάσουμε την ηδονή, για την ελευθερία της σεξουαλικότητας, για την ιερότητα της επιθυμίας του έρωτα, για την ιερότητα του ομοφυλόφιλου έρωτα, για την ανάγκη της γυναικείας χειραφέτησης, για την ανάγκη της εκκλησία να εκμοντερνιστεί, να απογεροντιστεί, να αποεξουσιοποιηθεί – για να μην πεθάνει.

Μίλησε με πάθος υπέρ των μεταναστών – προσδιορίζοντας τον ξένο ως τον ορισμό του Χριστού. Μίλησε για την ανάγκη τον ανθρώπων να ενωθούν – δίχως επινοημένα πρόσημα

Στον αγώνα του για μια νέα θεολογία ο Σταμούλης επιτέθηκε κατά μέτωπο σε ότι ο ίδιος ονόμαζε στρεβλώσεις της εξουσιαστικής θρησκείας. Επιτέθηκε κατά μέτωπο (με βιβλία, κείμενα, άρθρα και διαλέξεις) στον εκκλησιαστικό σκοταδισμό, στον θρησκευτικό φονταμενταλισμό, στην σύνδεση των παραεκκλησιαστικών οργανώσεων με την Χρυσή Αυγή, σε κάθε μορφή εξουσιαστικής θρησκευτικής βίας.

Πολεμήθηκε λυσσαλέα μέσα από τις στέρεες παρατάξεις της εξουσιαστικής Εκκλησίας – μα στάθηκε ατρόμητος. Δεν δείλιασε ποτέ, ούτε υποχώρησε ποτέ από την κεντρική αρχή του σαρκωμένου ανθρώπου που γυρεύει να αγαπήσει. Υποστήριξε σε όλους τους τόνους πως αν οι πιστοί δεν γίνουν ένα με αυτούς που δεν πιστεύουν, η πίστη τους δεν έχει την παραμικρή αξία – γιατί πια δεν είναι πίστη, είναι συνήθεια.

Προφανώς αυτό το σημείωμα εκφράζει προσωπικές σκέψεις. Δεν πιστεύω σε κανέναν Θεό, ούτε σε οποιαδήποτε θαυματική μεταφυσική τάξη – οπότε πιθανώς να χάνω πολλά από τον θεολογικό στοχασμό του Σταμούλη. Αλλά οφείλω να το πω. Ο Χρυσόστομος, ο λατρεμένος μας Μάκης, με το σπάνιο έργο του, την διαρκή ανοικτότητα του και την πανάκριβη φιλία του έφερε στις ζωές πολλών από εμάς το θαύμα της συνάντησης.

Και τώρα, μέσα στα δάκρυά μας, ο απερίγραπτος πόνος μπλέκεται με άφατη ευγνωμοσύνη προς τον πανάκριβο φίλο: Για αυτό που ήταν και για αυτό που μας δώρισε.

[Θανάσης Τριαρίδης, Καθημερινή της Κυριακής, 24-8-2025.]

Χορηγούμενη

Tags

Κοινοποίηση