Είναι γνωστός στο Πανελλήνιο ο αγώνας δεκαετιών της τοπικής κοινωνίας του Έβρου και γενικότερα της Θράκης, κατά της εξόρυξης χρυσού.
Η ισχυρή κοινωνική αντίσταση θεσμών και πολιτών εμπόδισε με επιτυχία την ανάπτυξη αυτής της δραστηριότητας. Μάλιστα τα τελευταία χρόνια έμοιαζε σαν να εγκαταλείφτηκε οριστικά το εγχείρημα.
Όμως από το 2025 και λίγο νωρίτερα, η συζήτηση για τα Μεταλλεία Θράκης (η νέα επωνυμία) στο Πέραμα Έβρου επανήλθε δυναμικά στο προσκήνιο, με την εταιρεία να δηλώνει ότι έχει καταθέσει τη Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας και να προετοιμάζει την έναρξη περιβαλλοντικής παρακολούθησης πριν ακόμη από την έναρξη της επένδυσης.
Αυτό δημιουργεί ένα νέο κοινωνικό πονοκέφαλο στην περιοχή. Πολλοί γνωστοί φορείς ήδη ξεσκονίζουν τα “εργαλεία” της αντίστασης και αρχίζουν να οργανώνουν και να προγραμματίζουν δράσεις αντιμετώπισης της νέας προσπάθειας που κάνει η εταιρεία χρυσού.
Σύμφωνα με όσα παρουσιάστηκαν το τελευταίο διάστημα, το βαρύ πυροβολικό που προτάσσει η εταιρεία είναι και πάλι η επένδυση κάποιων δεκάδων εκατομμυρίων, κάποιες εκατοντάδες προβλεπόμενες νέες θέσεις εργασίας και σημαντικά δημόσια έσοδα. Δεν γράφουμε αριθμούς διότι οι προηγούμενες διοικήσεις της εταιρείας τα παλαιότερα χρόνια “σκαμπανέβαζαν” τα νούμερα ανάλογα με το πόσο η ατμόσφαιρα μύριζε λιγότερο η περισσότερο μπαρούτι.
Η εταιρεία επιχειρεί να δείξει ότι το νέο σχέδιο δεν ταυτίζεται με όσα φοβούνται οι πολίτες από παλαιότερες περιόδους.
Υποστηρίζει ότι η σημερινή τεχνολογία δεν έχει σχέση με όσα συζητούνταν στα τέλη της δεκαετίας του 1990 και στις αρχές του 2000, επιμένοντας ότι πλέον προβλέπονται ξηρή απόθεση καταλοίπων αντί για λίμνες τελμάτων, ανακύκλωση νερού, κλειστές διαδικασίες διαχείρισης και συνεχής ψηφιακή παρακολούθηση κρίσιμων περιβαλλοντικών δεικτών σε 24ωρη βάση.
Ωστόσο, στο Πέραμα και γενικότερα στη Θράκη, το ζήτημα δεν είναι μόνο τεχνικό. Είναι βαθιά πολιτικό, κοινωνικό και ιστορικό.
Η τοπική κοινωνία έχει καταγράψει εδώ και δεκαετίες έντονη καχυποψία απέναντι σε κάθε σχέδιο εξόρυξης χρυσού, με βασικούς άξονες ανησυχίας την πιθανή ρύπανση υδάτων και εδάφους, τη χρήση κυανίου, την αλλοίωση του περιβάλλοντος και τις συνέπειες για άλλες παραγωγικές δραστηριότητες, όπως η γεωργία, η κτηνοτροφία και ο τουρισμός.
Αυτή η δυσπιστία δεν είναι θεωρητική: δεκαπέντε χρόνια πριν, το Περιφερειακό Συμβούλιο Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης γνωμοδότησε κατά της εξόρυξης και μεταλλουργίας χρυσού στην Περιφέρεια, αποτυπώνοντας θεσμικά ένα ισχυρό κοινωνικό και πολιτικό ρεύμα αντίδρασης. Το ίδιο έγινε και με τα δημοτικά συμβούλια των Δήμων που βρίσκονται κοντά στο σημείο που επιδιώκεται να γίνει η εξόρυξη.
Κανείς δεν ξεχνά τον αγώνα που έδωσε σε προσωπικό και σε θεσμικό επίπεδο ο πρώην Δήμαρχος Αλεξανδρούπολης Βαγγέλη Λαμπάκης αλλά και πολλοί άλλοι γνωστοί και άγνωστοι πολίτες, επιστημονικοί, πολιτιστικοί και περιβαλλοντικοί φορείς.
Αυτό ακριβώς είναι και το δυσκολότερο σημείο για την εταιρεία. Διότι, ακόμη κι αν σήμερα παρουσιάζει διαφορετικό τεχνολογικό αποτύπωμα, η δημόσια συζήτηση στην περιοχή δεν ξεκινά από μηδενική βάση. Ξεκινά από ένα φορτισμένο παρελθόν, από κινητοποιήσεις, φόβους, πολιτικές συγκρούσεις και μια εδραιωμένη πεποίθηση μεγάλου μέρους της τοπικής κοινωνίας ότι η ανάπτυξη της Θράκης δεν μπορεί να περάσει μέσα από την εξόρυξη χρυσού.
Η Διοίκηση της εταιρείας αναγνωρίζει ότι η λέξη «χρυσωρυχεία» έχει φορτιστεί αρνητικά επί χρόνια και ότι απαιτείται «κοινωνική άδεια» παράλληλα με την περιβαλλοντική αδειοδότηση.
Από την άλλη πλευρά, η εταιρεία προσπαθεί να πείσει ότι το έργο μπορεί να συνδυαστεί με περιβαλλοντική προστασία και τοπικό όφελος. Υποστηρίζει ότι η Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων έχει εκπονηθεί από μεγάλα ακαδημαϊκά ιδρύματα και εξειδικευμένους μελετητικούς φορείς, ότι εφαρμόζονται βέλτιστες διαθέσιμες τεχνικές και ότι τα δεδομένα του έργου πρέπει να κριθούν δημόσια και επιστημονικά.
Εδώ βρίσκεται και η ουσία της επόμενης φάσης. Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν η εταιρεία έχει επικοινωνιακό σχέδιο, αλλά αν μπορεί να αποδείξει με ανοιχτά, ελέγξιμα και κατανοητά στοιχεία ότι η σημερινή πρόταση είναι πράγματι ασφαλέστερη, αυστηρότερα ελεγχόμενη και ουσιαστικά διαφορετική
από ό,τι φοβούνται οι κάτοικοι.
Γιατί στον Έβρο και την Ροδόπη δεν αρκούν οι υποσχέσεις για επενδύσεις και δουλειές. Χρειάζεται κάτι πολύ πιο δύσκολο: να γεφυρωθεί ένα έλλειμμα εμπιστοσύνης που χτίστηκε επί δεκαετίες.
Η υπόθεση των Μεταλλείων Θράκης δεν θα κριθεί μόνο στις υπηρεσίες και στους περιβαλλοντικούς φακέλους. Θα κριθεί και στο πεδίο της κοινωνικής αποδοχής.
Και εκεί, το έργο καλείται να απαντήσει όχι μόνο για το αύριο, αλλά και για όλα όσα η τοπική κοινωνία θυμάται από χθες.
Α. Σ.



