Η Θράκη εγκλωβισμένη σε ένα διαρκές στεγαστικό μνημόνιο εδώ και 15 χρόνια

Άρθρο του Γιώργου Καρακωστίδη

Υπήρξε μια εποχή κατά την οποία η Πολιτεία δεν αντιμετώπιζε τη Θράκη όπως κάθε άλλη περιοχή της χώρας. Είχε αναγνωρίσει ότι η παραμεθόρια θέση της, οι ιδιαίτερες συνθήκες διαβίωσης, η απόσταση από τα μεγάλα αστικά κέντρα και η ανάγκη εγκατάστασης και συγκράτησης πληθυσμού απαιτούσαν ειδικά κίνητρα. Και ανάμεσα σε αυτά τα κίνητρα υπήρχε κάτι απολύτως συγκεκριμένο. Η κατοικία.

Γιατί η κατοικία δεν είναι απλώς ένα κοινωνικό αγαθό. Για μια περιοχή όπως η Θράκη είναι ενα βασικο εργαλείο εγκατάστασης, ενα κίνητρο παραμονής αλλά και ενας πολύ σημαντικός παράγοντας για τη δημιουργία οικογένειας. Είναι ένας τρόπος να γίνει ένας εργαζόμενος της περιοχής  μόνιμος κάτοικος και όχι απλώς προσωρινά υπηρετών.

Κάποτε η Πολιτεία το γνώριζε. Σήμερα, δεκαπέντε χρόνια μετά την κατάργηση του βασικού ειδικού στεγαστικού εργαλείου, το ερώτημα είναι απλό: Τι απέγινε εκείνη η πολιτική; Και γιατί δεν αντικαταστάθηκε από μια σύγχρονη, αντίστοιχης στόχευσης πολιτική για τη Θράκη;

Ήδη από τη δεκαετία του 1970, η Θράκη εντάχθηκε σε ένα ειδικό πλαίσιο κρατικών κινήτρων για τις παραμεθόριες περιοχές.

Ο Ν. 289/1976, με τίτλο «Περί παροχής κινήτρων δια την ανάπτυξιν παραμεθορίων περιοχών και ρυθμίσεως συναφών θεμάτων», δημιούργησε την «Περιοχή Ε΄», στην οποία εντάχθηκαν ολόκληροι οι νομοί Έβρου, Ξάνθης και Ροδόπης, μαζί με άλλες παραμεθόριες περιοχές.

Και δεν έμεινε στη γενική αναπτυξιακή πολιτική. Ο νόμος προέβλεπε ειδικές στεγαστικές ρυθμίσεις. Το άρθρο 11 αφορούσε στεγαστικά δάνεια του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων προς δικαιούχους υπαλλήλους και συνταξιούχους για την απόκτηση κατοικίας στους νομούς Έβρου, Ροδόπης και Ξάνθης. Το άρθρο 12 προέβλεπε απαλλαγές από τέλη για συγκεκριμένες στεγαστικές δανειακές συμβάσεις που αφορούσαν ακίνητα στην ειδική αυτή περιοχή, ενώ το άρθρο 14 συνέδεε τη στεγαστική συνδρομή με φορολογικές και άλλες απαλλαγές.

Δεν ήταν, λοιπόν, μια αφηρημένη διακήρυξη. Ήταν κρατική πολιτική με συγκεκριμένα στεγαστικά εργαλεία. Και το σημαντικότερο ηταν ότι η πολιτική αυτή εντασσόταν σε ένα πλαίσιο όπου η παραμονή και η εγκατάσταση ανθρώπων στις παραμεθόριες περιοχές θεωρούνταν ζήτημα εθνικής και περιφερειακής πολιτικής.

Η πολιτική αυτή δεν σταμάτησε στη δεκαετία του 1970 ούτε εγκαταλείφθηκε τη δεκαετία του 1980 αλλά συνεχίστηκε. Το ειδικό πλαίσιο τροποποιήθηκε και συνεχίστηκε. Στη δεκαετία του 1990, η Πολιτεία θεσμοθέτησε με πιο συγκεκριμένο τρόπο τα κίνητρα για υπαλλήλους που υπηρετούσαν σε «προβληματικές περιοχές».

Ο Ν. 2085/1992 αντικατέστησε το άρθρο 64 του Ν. 1943/1991 και καθόρισε κίνητρα για υπαλλήλους που υπηρετούσαν ή μετατίθεντο σε προβληματικές περιοχές. Οι περιοχές διακρίνονταν σε κατηγορία Α΄ και Β΄, ανάλογα με τον βαθμό προβληματικότητας.Και εδώ βρίσκεται ένα από τα σημαντικότερα σημεία ολόκληρης αυτής της ιστορίας.

Για υπαλλήλους που τοποθετούνταν ή μετατίθεντο σε προβληματική περιοχή, προβλεπόταν ότι, μετά από πενταετή παραμονή και δήλωση ότι επιθυμούσαν να παραμείνουν για ακόμη δέκα χρόνια, εφόσον αγόραζαν κατοικία στην περιοχή, καταβαλλόταν το 40% της αξίας της κατοικίας, μέσα στα προβλεπόμενα όρια επιφάνειας.

Αυτό χρειάζεται να ειπωθεί πολύ καθαρά.

Δεν ήταν επιδότηση επιτοκίου. Δεν ήταν απλώς φορολογική έκπτωση. Ήταν άμεση κρατική συμμετοχή στο ίδιο το κεφάλαιο της κατοικίας και μάλιστα σε ποσοστό του 40% της αξίας της.

Η λογική ήταν ξεκάθαρη,πρώτα υπηρετείς, μένεις στην περιοχή για πέντε χρόνια, στη συνέχεια δεσμεύεσαι να παραμείνεις ακόμη δέκα και, εφόσον αποκτήσεις κατοικία εκεί, το κράτος συμμετέχει οικονομικά στην απόκτησή της.

Η κατοικία γινόταν έτσι μηχανισμός μόνιμης εγκατάστασης.

Και η Ροδόπη, η Ξάνθη και ο Έβρος δεν ήταν μια θεωρητική αναφορά. Η κοινή υπουργική απόφαση του 1992 που καθόρισε τις προβληματικές περιοχές ενέταξε και τους τρεις νομούς στην κατηγορία Α΄.

Η συγκεκριμένη πολιτική δεν έμεινε στα χαρτιά.

Το 2005, ο Ν. 3320/2005 διατήρησε την επιδότηση για υπαλλήλους δημοσίων υπηρεσιών, ΝΠΔΔ, ΟΤΑ α΄ και β΄ βαθμού και τα νομικά τους πρόσωπα δημοσίου δικαίου, που τοποθετούνταν, μετατίθεντο ή μετατάσσονταν σε προβληματική περιοχή.

Η διάταξη διατηρούσε την πενταετή παραμονή και τη δέσμευση για ακόμη δέκα χρόνια. Διατηρούσε, επίσης, το βασικό στοιχείο του 40% της αξίας της κατοικίας ή του κτίσματος σε περίπτωση ανέγερσης σε ιδιόκτητο οικόπεδο.

Το κράτος εξέδωσε, μάλιστα, το 2005 ειδική υπουργική απόφαση για τα δικαιολογητικά που απαιτούνταν για τη χορήγηση της επιδότησης αγοράς κατοικίας σε προβληματική περιοχή.

Άρα, δεν μιλάμε για ένα ξεχασμένο άρθρο ενός παλιού νόμου. Μιλάμε για ενεργό διοικητικό μηχανισμό στεγαστικής ενίσχυσης, ο οποίος διατηρήθηκε και μετά το 2005.

Υπήρχε, ωστόσο, μια σοβαρή αντίφαση. Παρά τη σημασία της Θράκης και την παρουσία χιλιάδων ενστόλων που υπηρετούσαν στην περιοχή, οι συγκεκριμένες κατηγορίες ‘οπως στρατιωτικοί, αστυνομικοί, πυροσβέστες και λιμενικοί,δεν περιλαμβάνονταν στους δικαιούχους της συγκεκριμένης επιδότησης. 

Μπορεί ο αποκλεισμός να στηριζόταν στο τότε θεσμικό πλαίσιο. Από την πλευρά, όμως, μιας ολοκληρωμένης στεγαστικής και δημογραφικής πολιτικής, αναδεικνύεται ένα εύλογο ερώτημα: Γιατί ένα τόσο σημαντικό κίνητρο δεν επεκτάθηκε και σε κατηγορίες εργαζομένων που υπηρετούσαν σε κρίσιμες δομές της Θράκης;

Η ένταξή τους τότε θα μπορούσε ενδεχομένως να εχει δώσει ‘ολα αυτα τα χρόνια μια διαφορετική δημογραφική εξέλιξη στην Θράκη. 

Η Ελλάδα μπήκε στη μεγάλη οικονομική κρίση. Οι δημοσιονομικές πιέσεις έγιναν τεράστιες. Και μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ειδική στεγαστική ενίσχυση των προβληματικών περιοχών καταργήθηκε.

Το ίδιο το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών καταγράφει ακόμη και σήμερα επίσημα τον ΚΑΕ 0564 με την περιγραφή «Οικονομική ενίσχυση για αγορά κατοικίας σε προβληματικές περιοχές» και αναφέρει ρητά ότι η συγκεκριμένη δαπάνη καταργήθηκε με το άρθρο 24, παράγραφος 2, του Ν. 4002/2011.

Η διάταξη δεν άφηνε περιθώρια παρερμηνείας αφού καταργούσε το σχετικό δικαίωμα και έπαυε τη χορήγηση της επιδότησης αγοράς ή ανέγερσης κατοικίας.Αυτό ήταν το κομβικό σημείο. Μέσα στην οικονομική κρίση, η Πολιτεία απέσυρε ένα πολύ συγκεκριμένο εργαλείο που συνέδεε την υπηρεσία, την κατοικία και τη μακροχρόνια παραμονή ανθρώπων στις ακριτικές περιοχές.

Και από τότε; Πέρασαν δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια.

Σήμερα υπάρχουν εθνικά στεγαστικά προγράμματα και χρηματοδοτικά εργαλεία. Αυτό, όμως, είναι διαφορετικό από μια μόνιμη, ειδικά σχεδιασμένη στεγαστική πολιτική για την ακριτική Θράκη, ανάλογη με εκείνη που εφαρμόστηκε επί δεκαετίες.

Η διαφορά είναι ουσιαστική. Γιατί η Θράκη δεν αντιμετωπίζει μόνο το γενικό πρόβλημα της στέγασης που αντιμετωπίζει και η υπόλοιπη χώρα. Αντιμετωπίζει ένα πολύ ευρύτερο πρόβλημα που αφορά την συγκράτηση του πληθυσμού, τη γήρανση, τη μεγάλη φυγή νεότερων ανθρώπων, τη δυσκολία δημιουργίας οικογένειας και την ανάγκη προσέλκυσης εργαζομένων και νέων νοικοκυριών.Πρόκειται, τελικά, και για την ανάγκη διασφάλισης της αναγκαίας και ουσιαστικής παρουσίας πληθυσμού στην ακριτική Θράκη.

Σε μια τέτοια περιοχή, λοιπόν, η κατοικία δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται μόνο ως κοινωνική παροχή. Αποτελεί αναγκαίο και ιδιαίτερα σημαντικό δημογραφικό εργαλείο, με ξεχωριστή εθνική σημασία, καθώς μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στην παραμονή, την επιστροφή και την εγκατάσταση ανθρώπων στην ακριτική Θράκη.

Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ από τις δύο τελευταίες απογραφές αποτυπώνουν με σαφήνεια τη μεγάλη δημογραφική μεταβολή που έχει συντελεστεί στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη, με τον μόνιμο πληθυσμό να έχει μειωθεί κατά 7,6%. Ακόμη πιο ανησυχητική, όμως, είναι η εικόνα που προκύπτει από την ανάλυση των ηλικιακών ομάδων και αφορά τη μεγάλη απώλεια του νεότερου πληθυσμού. Οι ηλικίες 20–29 ετών μειώθηκαν κατά 23,9%, ενώ οι ηλικίες 30–39 ετών κατά 24%. Πρόκειται για μια εξέλιξη που αφορά ακριβώς τις ηλικίες στις οποίες οι άνθρωποι δημιουργούν οικογένεια, αποκτούν παιδιά και βρίσκονται στην πιο παραγωγική φάση της ζωής τους.

Υπονομεύεται και ο αυριανός.

Οι δεκάδες αναλύσεις και παρεμβάσεις που έχω δημοσιεύσει το τελευταίο διάστημα για τη δημογραφική κατάσταση της Θράκης αναδεικνύουν μια πραγματικότητα που δεν μπορεί πλέον να αγνοείται. Η πληθυσμιακή συρρίκνωση δεν αποτελεί μια αφηρημένη στατιστική διαπίστωση. Είναι μια εξελισσόμενη πραγματικότητα που επηρεάζει την εργασία, την οικονομία, τη βιωσιμότητα των τοπικών κοινωνιών και, τελικά, τις προοπτικές της ίδιας της περιοχής.

Εδώ χρειάζεται να είμαστε ξεκάθαροι. Οι άνθρωποι δεν εγκατέλειψαν τη Θράκη επειδή ξαφνικά έπαψαν να αγαπούν τον τόπο τους. Δεν έφυγαν επειδή δεν ήθελαν να ζήσουν εδώ.Έκαναν αυτό που θα έκανε κάθε νέος άνθρωπος και κάθε οικογένεια όταν οι συνθήκες γίνονται δυσκολότερες, Αναζήτησαν καλύτερες ή, πιο σωστά, πιο ευνοϊκές συνθήκες ζωής.Εργασία. Εισόδημα. Κατοικία. Προοπτική για τα παιδιά τους. Υπηρεσίες. Ευκαιρίες. Σταθερότητα.

Όταν όλα αυτά είναι περισσότερο εφικτά αλλού, η μετακίνηση δεν είναι απαραίτητα απόρριψη του τόπου. Είναι μια επιλογή ζωής, συχνά μέσα σε δύσκολες συνθήκες και με σημαντικό προσωπικό κόστος.

 Μια τετοια επιλογή λοιπό δεν μπορείς να την αντιμετωπίσεις απλώς λέγοντας στους νέους ανθρώπους «μείνετε εδώ». Πρέπει να τους δώσεις πραγματικούς λόγους για να μείνουν.

Για δεκαετίες η Πολιτεία είχε αναγνωρίσει ότι η Θράκη χρειάζεται ειδικά κίνητρα. Είχε θεσπίσει στεγαστικά δάνεια, απαλλαγές και ειδικά καθεστώτα για τις προβληματικές περιοχές. Είχε φτάσει μέχρι την άμεση επιδότηση του 40% της αξίας της κατοικίας για συγκεκριμένες κατηγορίες υπαλλήλων που δεσμεύονταν να παραμείνουν.

Και στην οικονομική κρίση, το συγκεκριμένο εργαλείο καταργήθηκε το 2011.Δεν υποστηρίζεται ότι η κατάργηση ενός στεγαστικού μέτρου προκάλεσε από μόνη της τη δημογραφική συρρίκνωση που βιώνει σήμερα η Θράκη. Αυτό θα ήταν υπερβολικό.

Μπορεί, όμως, να ειπωθεί κάτι πολύ πιο συγκεκριμένο. Η Πολιτεία αφαίρεσε ένα πολύ σημαντικό εργαλείο που μπορούσε να μειώσει το κόστος μόνιμης εγκατάστασης, ακριβώς σε μια περιοχή όπου η συγκράτηση και η προσέλκυση πληθυσμού αποτελούσαν και εξακολουθούν να αποτελούν στρατηγική ανάγκη.

Και επί δεκαπέντε χρόνια τωρα δεν έχει θεσπιστεί ένα αντίστοιχο μόνιμο, ειδικά σχεδιασμένο στεγαστικό πλαίσιο για τη Θράκη.Αυτή είναι η ουσία του σημερινού «στεγαστικού μνημονίου». Οχι ότι δεν υπάρχει κανένα στεγαστικό πρόγραμμα στη χώρα, αλλά ότι η Θράκη, με τις ιδιαίτερες δημογραφικές και αναπτυξιακές της ανάγκες, δεν διαθέτει ένα αντίστοιχο μόνιμο ειδικό εργαλείο.

Ο όρος «στεγαστικό μνημόνιο» δεν χρησιμοποιείται εδώ με την κυριολεκτική έννοια ενός οικονομικού μνημονίου. Είναι μια πολιτική μεταφορά για μια κατάσταση που διαρκεί δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια.

Τα πραγματικά μνημόνια μπορεί να τελείωσαν. Η ειδική στεγαστική ανάγκη της Θράκης, όμως, δεν τελείωσε. Η δημογραφική πίεση δεν υποχώρησε. Η ανάγκη να παραμείνουν οι νέοι άνθρωποι δεν εξαφανίστηκε. Η ανάγκη να προσελκυσθούν εργαζόμενοι και οικογένειες δεν έπαψε να υπάρχει.Και κυρίως, δεν έπαψε η ανάγκη η Πολιτεία να αντιμετωπίζει τη Θράκη με πολιτικές ανάλογες των ιδιαίτερων αναγκών της.

Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο γιατί καταργήθηκε αυτα τα μέτρα το 2011. Είναι γιατί, δεκαπέντε χρόνια μετά, δεν έχει αντικατασταθεί από μια σύγχρονη πολιτική ανάλογης στόχευσης.

Το ζητούμενο δεν είναι απλώς να επαναφέρουμε ένα παλιό μέτρο επιδότησης 40%. Η εποχή έχει αλλάξει. Η στεγαστική πολιτική πρέπει να είναι σύγχρονη, ευέλικτη, μετρήσιμη και προσαρμοσμένη στις σημερινές προκλήσεις.

Μια νέα πολιτική για τη Θράκη θα μπορούσε να εξετάζει:Την αγορά παλαιών και νέων κατοικιών, αλλά και την ανέγερση κατοικίας σε ιδιόκτητο οικόπεδο.Την ανακαίνιση κλειστών και εγκαταλελειμμένων κατοικιών, ώστε να επιστρέψουν στην αγορά και να κατοικηθούν ξανά.Να θεσπίσει ειδικά κίνητρα για νέους εργαζομένους και οικογένειες που επιθυμούν να εγκατασταθούν ή να επιστρέψουν στη Θράκη.Να διευρύνει τους δικαιούχους , με εξέταση της ένταξης εργαζομένων σε κρίσιμες υπηρεσίες και δομές της περιοχής, συμπεριλαμβανομένων των ενστόλων.Ν συνδέσει σύνδεση την στεγαστική πολιτική με την εργασία, ώστε η απόκτηση κατοικίας να συνοδεύεται από πραγματικές επαγγελματικές προοπτικές.

Και, κυρίως, μια τέτοια πολιτική θα πρέπει να έχει μετρήσιμους δημογραφικούς στόχους. Πόσες οικογένειες θέλουμε να εγκατασταθούν; Πόσους νέους θέλουμε να κρατήσουμε; Πόσους εργαζομένους θέλουμε να προσελκύσουμε; Πόσες κλειστές κατοικίες θέλουμε να ξανανοίξουν; Πόσοι νέοι άνθρωποι θέλουμε να επιστρέψουν;

Αυτά είναι τα ερωτήματα μιας σύγχρονης στεγαστικής πολιτικής για τη Θράκη. Όχι απλώς πόσα χρήματα θα διατεθούν, αλλά ποιο αποτέλεσμα θα επιδιωχθεί και πώς θα μετρηθεί.

Για δεκαετίες η Πολιτεία γνώριζε κάτι που σήμερα μοιάζει να έχει ξεχαστεί. Για να μείνει ένας άνθρωπος σε μια παραμεθόρια περιοχή, πρέπει να μπορεί να χτίσει εκεί τη ζωή του. Και η κατοικία είναι ένα από τα θεμέλια αυτής της ζωής.Δεν αρκεί να ζητάμε από τους νέους να μείνουν. Πρέπει να τους δώσουμε λόγους να μείνουν.Δεν αρκεί να ζητάμε από όσους έφυγαν να επιστρέψουν. Πρέπει να τους δώσουμε λόγους να επιστρέψουν.

Και δεν αρκεί να μιλάμε για τη δημογραφία όταν οι αριθμοί έχουν ήδη γίνει δραματικοί. Η δημογραφική πολιτική αρχίζει πολύ νωρίτερα ξεκινώντας από την εργασία, την κατοικία, την οικογένεια, τις υπηρεσίες και την προοπτική.

Η Θράκη δεν χρειάζεται να επιστρέψει στο 1976. Χρειάζεται όμως η Πολιτεία να κάνει σήμερα αυτό που έκανε τότε ,δηλαδή να αναγνωρίσει στην πράξη ότι η Θράκη χρειάζεται ειδική πολιτική. Μια πολιτική που δεν θα αντιμετωπίζει την κατοικία ως απλή παροχή, αλλά ως επένδυση στον άνθρωπο, στην οικογένεια και στην παραμονή του πληθυσμού στην περιοχή.

Γιατί τα μνημόνια μπορεί να τελείωσαν. Το «στεγαστικό μνημόνιο» της Θράκης, όμως, δεν πρέπει να γίνει μόνιμη πολιτική.

Γιώργος Καρακωστίδης
Πρόεδρος Συλλόγου Οικισμού Κρυονερίου Ροδόπης

Χορηγούμενη

Tags

Κοινοποίηση