Του Δημοσθένη Π. Δούκα
Ύστερα από την αποτυχία της Κυβέρνησης να υλοποιήσει τo 2022 το σχέδιο ιδιωτικοποίησης του λιμανιού της Αλεξανδρούπολης, χωρίς ποτέ να δοθεί εκ μέρους της μια αξιόπιστη και τεκμηριωμένη ερμηνεία για την επαμφοτερίζουσα και αντιφατική πολιτική της λίγο πριν το άνοιγμα των δεσμευτικών προσφορών των ενδιαφερόμενων εταιρειών, με διοχετευμένα δημοσιεύματα και διαρροές επιχειρεί τώρα να φέρει ξανά στην επικαιρότητα το συγκεκριμένο project.
Συγκεκριμένα πρόσφατα ο έγκυρος <<Οικονομικός Ταχυδρόμος>> δημοσίευσε άρθρο με τίτλο <<Στα ραντάρ των Ινδών επενδυτών η αξιοποίηση των ελληνικών λιμανιών>> στο οποίο αναφέρει ότι το ΤΑΙΠΕΔ ετοιμάζει την <πώληση> του λιμανιού της Αλεξανδρούπολης, επισημαίνοντας ότι οι όποιες διαγωνιστικές διαδικασίες θα εξαρτηθούν από τις γεωπολιτικές εξελίξειςκαι συγκεκριμένα από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το ΤΑΙΠΕΔ προετοιμάζεται λοιπόν για τρεις διαγωνισμούς και την προσέλκυση επενδυτών για τα λιμάνια Αλεξανδρούπολης,Λαυρίου και Πάτρας. Τα εν λόγω λιμάνια, σύμφωνα με πληροφορίες, είχαν παρουσιαστεί στους Ινδούς και κατά τη διάρκεια της επιχειρηματικής αποστολής υπό τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη στην Ινδία.
Όπως είναι γνωστό η Ινδία είναι μια από τις πιο αναπτυσσόμενες οικονομίες στον κόσμο, με τις εκτιμήσεις να αναφέρουν πως έως το 2030 θα μπορούσε να είναι η τρίτη μεγαλύτερη στον κόσμο, πίσω μόνο από τις ΗΠΑ και την Κίνα, ξεπερνώντας την Ιαπωνία και τη Γερμανία.
Τρέχοντας με υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, 6,3% ετησίως, και εκμεταλλευόμενη το τεράστιο ανθρώπινο κεφάλαιό της, το οποίο ξεπέρασε για πρώτη φορά αυτό της Κίνας, αναλυτές εκτιμούν πως έως το τέλος της δεκαετίες θα μπορούσε ακόμη και να διπλασιάσει το ΑΕΠ της.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Ινδία επιδιώκει να χτίσει το δικό της σύγχρονο «δρόμο του μεταξιού», μια πρωτοβουλία αντίστοιχη με αυτήν της Κίνας και το «Μια ζώνη, ένας Δρόμος» (One Belt, One Road). Το σχέδιο προβλέπει ένα διάδρομο μεταφοράς προϊόντων από στεριά και θάλασσα που θα φτάνουν μέχρι τη Μέση Ανατολή και ακολούθως μέσω της Μεσογείου θα καταλήγουν στην Κεντρική και τη Βόρεια Ευρώπη.



